Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2019

Σώτη Τριανταφύλλου - Το εργοστάσιο των μολυβιών

To μυθιστόρημα της Σώτης Τριανταφύλλου καλύπτει, μέσα από τις ζωές των προσώπων μιας ελληνικής οικογένειας,  σχεδόν έναν αιώνα έντονων κοινωνικοπολιτικών ανακατατάξεων και πολιτιστικών ζυμώσεων παγκοσμίως, από το Κάιρο του 1866 ως την Αθήνα τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. 

Ο Στέφανος Ασημάκης βρίσκεται στο Κάιρο όταν οι Γάλλοι κατασκευάζουν τη διώρυγα του Σουέζ. Στην Ευρώπη, με τη βιομηχανική επανάσταση, ένας νέος κόσμος αναδύεται, τον οποίο ο Στέφανος ονειρεύεται να ενώσει με γέφυρες και σιδηροδρόμους. Αργότερα ο γιος του, ο Μάρκος οραματίζεται να κατασκευάσει μολύβια και να τα δώσει στον κόσμο για να εκφράζεται. Ο σύντροφός του ο Βάγκαλης να σκορπίσει κοινωνικές επαναστάσεις και να αλλάξει το κατεστημένο. Και με την κόρη του Μάρκου, τη Λουίζα, μετά από χρόνια τόσο κοινωνικών όσο και προσωπικών αγώνων σε Αλεξάνδρεια, Βερολίνο, Ζυρίχη, Αγία Πετρούπολη, να επιστρέψουν στην Ελλάδα και να προσπαθήσουν να επιδιώξουν το όνειρο του Μάρκου, να φτιάξουν ένα εργοστάσιο μολυβιών. Σαν η ιστορία και οι χαρακτήρες να επαναλαμβάνονται, σαν να μην μπορούμε να ξεφύγουμε από το DNA μας, από τις ρίζες μας. Και άλλα όνειρα να γίνονται αληθινά, άλλα να ματαιώνονται, άλλοι άνθρωποι να αντιστέκονται, να προσπαθούν να αλλάξουν τον κόσμο, να μην τα καταφέρνουν, άλλοι να εγκαταλείπουν, άλλοι να συμβιβάζονται κι άλλοι να συνεχίζουν, και μερικοί να λούζονται επιλογές που δεν είναι δικές τους. 

Μου άρεσε ιδιαίτερα η σκιαγράφηση της προσωπικότητας του Βάγκαλη, θεωρώ ότι είναι ο πιο ολοκληρωμένος χαρακτήρας στο βιβλίο, ένας πολίτης του κόσμου, με ψυχικές διαταραχές, που είναι μέσα στις εξελίξεις, αλλά ταυτόχρονα και παρατηρητής, που χάνει συντρόφους του και θρηνεί ανθρώπους που αγάπησε και παραμένει "ολόκληρος" ως το τέλος, ένα τέλος δύσκολο καθώς βρίσκεται σε μια Ελλάδα που βασανίζει τους κουμουνιστές, στα πρόθυρα πολέμου.

"Η ζωή μας είναι μια σκυταλοδρομία ονείρων: άλλος φτιάχνει το όνειρο κι άλλος το πραγματοποιεί, ο ένας το δίνει στον άλλον και μέσα στην κούρσα μερικοί το ρίχνουν κάτω και οι επόμενοι το τσαλαπατάνε."

Το μυθιστόρημα της Σ.Τ. εμπίπτει στην κατηγορία του ιστορικού μυθιστορήματος, οι ήρωες του, άνθρωποι καθημερινοί, συνυπάρχουν με τον Γκάστον Βολφ, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, τον Λένιν, τον Τρότσκι, τον Μαγιακόφσκι. Πρωταγωνιστής παραμένει η ιστορία, οι ήρωες είναι πολλοί, άλλοι διαγράφονται επαρκώς άλλοι λίγοτερο. Η συγγραφέας ασκεί έντονη κριτική στα ακραία καθεστώτα,  στη ρωσική επανάσταση και στα εγκλήματα του Σταλινικού καθεστώτος, στο πως μια δύναμη αλλαγής γίνεται ένα αυταρχικό καθεστώς υποκρισίας, πως η εξουσία διαφθείρει, πως οι άνθρωποι πολώνονται, αν ο σκοπός τους αγιάζει τα μέσα, πως διαχειρίζονται τις ματαιώσεις τους, πως αποφεύγουν να αποδεχτούν τις αστοχίες τους, πως ξεστρατίζουν από το αρχικό τους όραμα, όταν πιέζονται από έντονες κοινωνικοπολιτικές αλλά και προσωπικές αναταράξεις, 

Η συγγραφέας επιχείρησε ένα αναμφίβολα μεγαλόπνοο σχέδιο, να συμπεριλάβει σε ένα μυθιστόρημα όλη την περίοδο του ευρωπαικού μοντερνισμού, μια περίοδο που επέφερε ριζικές κοσμογονικές αλλαγές σε λίγο διάστημα. Η αφήγησή της είναι πάντα ρέουσα, σε συνεπαίρνει, δε σε κουράζει και είτε συμφωνείς, είτε δε συμφωνείς με τις πολιτικές τοποθετήσεις της συγγραφέως, την παραδέχεσαι!






Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2019

Ιζαμπέλ Αλιέντε- Του έρωτα και της σκιάς

Δεν ξέρω γιατί μου πήρε τόσα χρόνια να διαβάσω Ιζαμπέλ Αλιέντε. Από τις πρώτες σελίδες κατάλαβα πόσο σπουδαία συγγραφέας είναι, πόσο διευσδυτική, με βαθειά και σφαιρική ματιά στο τι συμβαίνει γύρω της και πόσο καλή πένα έχει- αναμφίβολα είναι μια από τις σπουδαιότερες συγγραφείς του κόσμου.

Το βιβλίο μας μεταφέρει στη Χιλή, στα χρόνια της δικτατορίας του Πινοσέτ. Εκεί η Αλιέντε έχει βάλει τους ήρωές της να ζουν σε μια εποχή απόλυτου φόβου, κατατρεγμού και ανελευθερίας, να αντιμετωπίζει ο καθένας την πραγματικότητα με τις δικές του δυνάμεις. Άλλοι αντιστέκονται, άλλοι αναζητούν πνευματικό καταφύγιο στη θρησκεία, άλλοι γίνονται όργανα του συστήματος, σκοτώνουν και καταπατούν, κατόπιν πλύσης εγκεφάλου ότι είναι ο μόνος τρόπος να διασώσουν την πατρίδα τους. Όλοι όμως οι ήρωες της Αλιέντε είναι ξεχωριστοί, σε όλους διευσδύει στα τρίσβαθα της ψυχοσύνθεσής τους, τους συμπονά και τους καταλαβαίνει. 

"... μια χώρα μικρογραφία, μια μικρή κηλίδα στο χάρτη, βουτηγμένη σε μιαν αχανή και θαυμαστή ήπειρο, όπου η πρόοδος έφτανε με καθυστέρηση αιώνων: γη με τυφώνες, σεισμούς, ποτάμια πλατιά σαν θάλασσες, δάση τόσο πυκνά που δεν τα διαπερνάει το φως του ήλιου, έδαφος που στο αιώνιο χώμα του έρπουν ζώα μυθικά και ζουν ανθρώπινα πλάσματα απαράλλαχτα από την αρχή του κόσμου, γεωγραφία ανάστατη όπου γεννιέται κανείς μ ένα αστέρι στο μέτωπο, σημάδι του θαυμαστού, με τρομακτικές οροσειρές, όπου ο αέρας είναι ελαφρύς σαν πέπλο, απόλυτες έρημοι ... εκεί ανακατεύονται όλες οι φυλές στο χωνευτήρι της βίας, ινδιάνοι με φτερά, ταξιδιώτες από μακρινές δημοκρατίες, περιπλανώμενοι μαύροι, Κινέζοι που έφταναν λαθραία μέσα σε κιβώτια με μήλα, καλόγεροι, προφήτες και τύραννοι, όλοι χέρι με χέρι, οι ζωντανοί και τα φαντάσματα"

Μέσα σ αυτή την έντονη κοινωνική συνθήκη, γεννιέται ένας έρωτας. Η Ιρένε, μεγαλοαστή και μάχιμη δημοσιογράφος που μάχεται για το κοινό καλό, σε αντίθεση με τη μητέρα της, που είναι αποστασιοποιημένη από τα κοινωνικά δρώμενα και είναι της νοοτροπίας "μακριά από το σπίτι μου, κι όπου θέλει ας είναι" ερωτεύεται τον Φρανσίσκο, φωτογράφο στο επάγγελμα, γιο φτωχών μεταναστών από την Ισπανία, που έχει μεγαλώσει με στερήσεις αλλά πολλή αγάπη και έναν πατέρα κοινωνικά αφυπνισμένο. Οι δυο τους ερωτεύονται βαθειά, αληθινά, απόλυτα. Τους συνδέει η καθαρή τους ματιά, η αγωνία τους για τον άνθρωπο, το ότι δεν εφησυχάζουν, η αθωότητα των ψυχών τους και στην πορεία του βιβλίου η αποκάλυψη ενός στυγνού εγκλήματος. Και σίγουρα ο έρωτας, που δεν τον ορίζεις, δεν τον επιλέγεις, δεν τον δαμάζεις, τον αφήνεις να κυριεύσει σώμα, ψυχή, μυαλό, και να σε συνεπάρει όταν όλα γύρω σου καταρρέουν- δεν του αντιστέκεσαι, είναι δυνατότερος από εσένα. 

"H Iρένε ποτέ δεν είχε ερωτευτεί έτσι, αγνοούσε αυτό το δόσιμο χωρίς φραγμούς, φόβους ή επιφυλάξεις, δεν θυμόταν να είχε νιώσει ποτέ τέτοια απόλαυση, βαθειά επικοινωνία, αμοιβαιότητα. Έκθαμβη, ανακάλυπτε το καινούργιο και εκπληκτικό στις γραμμές του κορμί του φίλου της, τη ζεστασιά του, τη γεύση του, το άρωμά του, το εξερευνούσε κυριεύοντας το, σπέρνοντας το με χάδια μόλις επινοημένα. Ποτέ δεν είχε χαρεί με τόση αγαλλίαση το πανηγύρι των αισθήσεων, πάρε με, κούρσεψέ με, δέξου με, γιατί με τον ίδιο τρόπο σε παίρνω, σε κουρσεύω, σε δέχομαι κι εγώ. "

To βιβλίο ξεχειλίζει από συναισθήματα, από περιγραφές, σε κάθε σελίδα πιάνεται το στομάχι σου είτε από τις ονειρικές ερωτικές περιγραφές, είτε από τις ζωές των ανθρώπων ρημαγμένες από τη βία, το ταπεινωτικό απολυταρχικό στρατοκρατούμενο καθεστώς, τα παράδοξα όπως η ανταλλαγή της επιλληπτικής Εβακχελίνας και το τόσο σκληρό της πεπρωμένο, το θάνατο που έχει σκορπίσει παντού. Σε κάνει  κοινωνό της πραγματικότητας που περιγράφει, νιώθεις να συμπάσχεις με όλα τα πρόσωπα, το καθένα ξεχωριστά και οι λυρικές της περιγραφές είναι κομψοτεχνήματα. Έχει μια ανατριχιαστική αισθαντικότητα και σε κάθε χαρακτήρα έχει σκάψει εντυπωσιακά βαθειά και κάνει τον αναγνώστη  να σκάψει κι αυτός κάτω από την επιφάνεια για να βρει το κάτι παραπάνω. Είναι ένα αναμφίβολα σπουδαίο κοινωνικό βιβλίο, που έχει εντάξει στοχευμένα τον έρωτα μέσα σ αυτό για να δείξει ότι και στην πιο αποκτηνωμένη κοινωνική συνθήκη, υπάρχουν άνθρωποι αγνοί, που δεν τα παρατάνε, που τα βάζουν με τα τέρατα του συστήματος, που αφυπνίζονται, που παλεύουν για την ελευθερία όλων, την αγάπη, την αξιοπρέπεια, τις αξίες τους. Αναμφίβολα είναι ένα βιβλίο που θα ναι για πάντα στην καρδιά μου, πυξίδα μου, η Αλιέντε μια ακόμα Λατινοαμερικανίδα συγγραφέας που θα θαυμάζω απειριόριστα. 

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019

Ευγενία Φακίνου- Έρως, θέρος , πόλεμος

Την εκτιμώ και την αγαπώ την Ευγενία Φακίνου. Την τρυφεράδα της γραφής της. Το πρώτο βιβλίο της που διάβασα ήταν η "Αστραδενή" και παραμένει ως τώρα κατά τη γνώμη μου, το καλύτερό της.

Στο Έρως Θέρος Πόλεμος, παρακολουθούμε τη ζωή της Μαρίας, που ξεκινάει από ένα ορεινό χωριό της Σύμης, συνεχίζεται στην Αλεξάνδρεια και καταλήγει στην Αθήνα. Παρακολουθούμε όλη την πορεία ζωής, τα όνειρα, τις επιθυμίες, τις τάσεις φυγής της, τη δράση της, τις επιλογές της. Μου άρεσε η σχέση μάνας κόρης και το ότι το βιβλίο ξεκινάει με έναν παντογνώστη αφηγητή, για να καταλήξει σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση της κόρης της Μαρίας- είναι πολύ ενδιαφέρον να βλέπουμε τη Μαρία μέσα από τα μάτια του παιδιού της. Ταυτόχρονα βλέπουμε ένα κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας, η Φακίνου έχει πετύχει μια καλή σύνδεση των κοινωνικοπολιτικών γεγονότων της εποχής με τη δράση των ηρώων- όταν η Ιστορία ξεπερνάει τον άνθρωπο και καθορίζει τη μοίρα του.

Το βιβλίο είναι ευκολοδιάβαστο, αλλά οι χαρακτήρες στερούνται βάθους, η γλώσσα είναι πολύ απλή και η πλοκή εξελίσσεται γραμμικά και προβλέψιμα. Η προοικονομία που χρησιμοποιεί η συγγραφέας σε αρκετά σημεία δε βοηθάει σ αυτό. 

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2019

Άντριου Σων Γκρίερ - Πλην

Ο Άρθουρ Πλην, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, είναι ένας μεσήλικας ομοφυλόφιλος συγγραφέας, πεπεισμένος ότι είναι μέτριος και πως κανένας δε θα διάβαζε ποτέ τα βιβλία του. Το μεγαλύτερο μέρος της νιότης του πέρασε δίπλα στον κατά πολλά χρόνια μεγαλύτερό του Ρόμπερτ Μπράουνμπερν, αναγνωρισμένο και πολυδιαβασμένο ποιητή, μια σχέση που φαίνεται να τον σημάδεψε. Ζούσε στη σκιά αυτού του ιδιοφυούς αλλά και δύστροπου ανθρώπου, γεγονός που φαίνεται να παγίωσε μέσα του την πεποίθηση ότι ο ίδιος στερείται ταλέντου και ιδιαιτερότητας, και κάνοντας τα πάντα για να συμβιώσει μαζί του, βάζοντας τον εαυτό και τις ανάγκες του σε δεύτερη μοίρα. 


Πώς ήταν να ζεις με μια μεγαλοφυΐα; Σαν να ζεις ολομόναχος. Σαν να ζεις ολομόναχος πλάι σε μια τίγρη. Τα πάντα έπρεπε να θυσιαστούν στο όνομα της δουλειάς. Κάθετι που είχες προγραμματίσει έπρεπε να ακυρωθεί, τα γεύματα υποχρεωτικά θα καθυστερούσαν, έπρεπε να τρέξεις άρον άρον, να αγοράσεις αλκοόλ ή να το αδειάσεις όλο στο νεροχύτη. [...] Η ρουτίνα ήταν το χαιδεμένο τους κατοικίδιο, ο δαίμονας του σπιτιού [...] έπρεπε α σερβίρεις τον καφέ και την ποίηση, να μη διακόπτεις τη σιωπή, να χαμογελάς όταν εκείνος έβγαινε βαρύθυμος από το γραφείο του, να μην παίρνεις τίποτα προσωρινά.
Απο πού ερχόταν η μεγαλοφυΐα; Πού πήγαινε;

Ήταν σαν να δεχόσουν να ζήσει μαζί σου άλλος ένας εραστής, ένας εραστής το οποίο δεν είχες γνωρίσει ποτέ αλλά που ήξερες ότι εκείνος τον αγαπούσε περισσότερο από σένα.



Η ιστορία ξεκινάει όταν ο Φρέντι, ο σύντροφός του επί εννέα χρόνια που διαδέχτηκε τον Ρόμπερτ, παντρεύεται έναν άλλο άντρα. Ο Πλην, αποφασίζει να αποδεχτεί οποιαδήποτε λογοτεχνική πρόσκληση, είτε για να παραστεί σε κάποια βράβευση, είτε για να διδάξει σε κάποιο πανεπιστήμιο σε φοιτητές που είναι αμφίβολο αν θέλουν να τον παρακολουθήσουν και ξεκινάει ένα ταξίδι- γύρο της Γης, προκειμένου να αποφύγει να παρευρεθεί στο γάμο. 

Σ αυτή τη μοναχική περιπλάνηση στον κόσμο, ο ήρωάς μας ουσιαστικά έρχεται για πρώτη φορά αντιμέτωπος με τον εαυτό του. Έχει αφήσει πίσω του την κυριαρχική φιγούρα του Ρόμπερτ που έπνιγε κάθε δική του εσωτερική φωνή, αλλά και τη σχέση του με τον νεότερό του Φρέντι, που φαίνεται ότι δεν προσπάθησε να την κρατήσει. Πως είναι να φτάνεις στη μέση ηλικία, πεπεισμένος για τη μετριότητά σου και με τη θλιβερή σκέψη ότι το τέλος είναι πιο κοντά από την περίοδο της ακμής σου. Πως είναι να σκέφτεσαι τους έρωτες που σε σημάδεψαν, σε πλήγωσαν, αλλά που ποτέ δεν το εξέφρασες για να μη στεναχωρέσεις τους συντρόφους σου. Πως διαμορφώνεται ένας άνθρωπος που ζει χωρίς "προστατευτικό κέλυφος", κρατώντας μια παιδική αθωότητα, μια γλυκύτητα, και μένοντας ανοιχτός στη ζωή να τον διδάξει και να τον πλάσει. Ο Πλην περπατάει το ανεξερεύνητο μονοπάτι της αυτογνωσίας. Και στο πρόσωπό του βρίσκουμε έναν καλής πάστας, τρωτό άνθρωπο, που δεν έγινε τέρας, που δεν ύψωσε τείχη, που δεν απέκτησε άμυνες, ένα παιδί στο μπλε κουστούμι ενός ενήλικα,  που βουτάει στη ζωή κατακούτελα, στις χαρές και στις λύπες της, και που βιώνει τις πίκρες με χιούμορ και διάθεση αυτοσαρκασμού. 

Ο έρωτας είναι παρών στο βιβλίο σε διάφορες μορφές: ως έρωτας- θάνατος, ο Πλην νιώθει τυχερός που ζει και δεν έχει πεθάνει από AIDS, όπως οι περισσότεροι φίλοι του τη δεκαετία του 80, ως έρωτας ελεύθερος που όταν τελειώνει οι άνθρωποι φεύγουν απλά και αθόρυβα, χωρίς μελοδραματισμούς, χωρίς τη διάθεση του βολέματος και του συμφέροντος και χωρίς να σκίζουν τις σάρκες τους, ως έρωτας- τροχοπέδη στην ελευθερία έκφρασης, από φόβο μην δυσαρεστήσεις τον άνθρωπο που θες πάσει θυσία να μείνεις μαζί του, ως έρωτας που συγχωρεί την απιστία και δεν την παίρνει προσωπικά.

Το βιβλίο αρχικά ένιωσα να με κουράζει, στην πορεία όμως μπήκα στο ρυθμό του. Θεωρώ ότι η μετάφραση το έχει αδικήσει- είναι δύσκολο βέβαια να μεταφέρεις το χιούμορ σε άλλη γλώσσα, ένιωσα ότι ο λόγος σε μερικά σημεία δεν έρεε. Θα ήθελα να το διαβάσω στα αγγλικά. Δεν είναι ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία ως γραφή και πλοκή, είναι ένα βιβλίο όμως που με έκανε να σκεφτώ και να ζηλέψω το μοναχικό ταξίδι του Πλην και την πραγματική ελευθερία που βιώνεις όταν είσαι μόνος.

Σημείωση : Η ευτυχία δεν είναι απάτη.

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019

Julian Barnes- Η μοναδική ιστορία

Έχω αδυναμία στον Τζούλιαν Μπαρνς. Στην καθαρή, αληθινή, αισθαντική γραφή του. Έχω διαβάσει ότι έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά - εκτός από την ιστορία του κόσμου σε 10 1/2 κεφαλαία που είναι εξαντλημένο. Η μοναδική ιστορία είναι το αγαπημένο μου από τα βιβλία του, το χα διαβάσει ένα χρόνο πριν περίπου και τώρα το αναζήτησα ξανά, όπως γίνεται με οτιδήποτε αγαπημένο- είναι εκεί και έρχεται η στιγμή που προστρέχεις σ αυτό.

Δεν ξέρω γιατί επιλέγουμε βιβλία, τι μας κερδίζει, τι ανάγκη μας καλύπτει. Εμένα τα βιβλία ορίζουν τη ζωή μου. H κάθε περίοδος της ζωής μου χαρακτηρίζεται από αυτό που διαβάζω- γιατί ναι πάντα κάτι διαβάζω. Το βιβλίο είναι ο καλύτερος μου φίλος, είναι οι σκέψεις μου, οι σιωπές μου, ο χώρος μου, η μοναξιά μου, τα όνειρά μου.

"Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μόνο μια ιστορία να αφηγηθούμε. Δε θέλω να πω ότι μας συμβαίνει μονάχα ένα πράγμα όσο ζούμε: στο διάβα της ζωής μας συντελούνται αναρίθμητα γεγονότα τα οποία μετατρέπουμε σε αναρίθμητες ιστορίες. Όμως ένα μονάχα έχει σημασία, ένα μονάχα αξίζει πραγματικά να αφηγηθούμε. Και να ποιο είναι το δικό μου".

Ο Πολ είναι ένας δεκαεννιάχρονος Άγγλος μεγαλοαστός γνωρίζει τη 48χρονη Σούζαν, παντρεμένη και μητέρα δυο κοριτσιών, στο τένις κλαμπ που γράφτηκε μετά από υπόδειξη των γονιών του. Ερωτεύονται και γίνονται ζευγάρι υπό το βλέμμα των συντηρητικών γονιών του Πολ και του αδιάφορου, άξεστου και μέθυσου άντρα της Σούζαν. Όταν ο δεσμός τους γίνει αντιληπτός, τους διώχνουν από το τένις κλαμπ κι εκείνοι αποφασίζουν να φύγουν και να ζήσουν μαζί. Λίγο αργότερα επέρχεται η κατάρρευση της Σούζαν, ο αλκοολισμός, η αρρώστια, ο πόνος.

Το βιβλίο έχει τρία κεφαλάια. Το κεφάλαιο "Ενα" σε πρώτο πρόσωπο, το κεφάλαιο "Δύο" σε δεύτερο, το κεφάλαιο "Τρία" σε τρίτο. Τα τρία πρόσωπα της αφήγησης αισθάνομαι ότι συνδέονται με την ηλικία, τις ανάγκες, την ταυτότητα του πρωταγωνιστή. Κεφάλαιο Ένα: η νεότητα! Θέλω, αισθάνομαι, δρω. Παρορμητικότητα και αυθορμητισμός. Δε σκέφτομαι πολύ, θέλω να ζήσω, να νιώσω στο έπακρον, να πάω ενάντια στο συντηρητισμό των γονιών μου, να ξεφύγω από τα στερεότυπα. Είμαι ένας άγραφος πίνακας. Όσο πιο αντισυμβατικά πράγματα μου συμβαίνουν, τόσο πιο ξεχωριστός είμαι. Ονειρεύομαι, θα πετύχω. Ο έρωτας με συνεπαίρνει, με εξουσιάζει, θα αφεθώ σ αυτόν για να φτάσω στη θέωση. Κεφάλαιο Δύο: Μεγαλώνεις. Ωριμάζεις. Πλέον μπαίνουν στο παιχνίδι και οι δεύτερες σκέψεις. Αυτοαξιολογείσαι. Αναλύεσαι. Η φωνή μέσα σου όλο και δυναμώνει. Γνωρίζεις σιγά σιγά τη ματαίωση. Δεν πάνε όλα όπως τα σχεδίαζες. Ο έρωτας που βούτηξες αρχίζει και ματώνει. Ο έρωτας που αποθέωσες είναι τρωτός. Ο άνθρωπος που αγαπάς φθείρεται. Βλέπεις από πολύ κοντά τον ψυχικό κλονισμό, την παράνοια. Πολεμάς να την σώσεις. Αλλά κάπου κουράζεσαι, δειλιάζεις, δεν αντέχεις. Όσο και να την αγαπάς, οι αντοχές σου περιορίζονται, οι ανάγκες σου μπαίνουν μπροστά πρέπει να φροντίσεις και εσένα. Στο κεφάλαιο "Τρία", ο πρωταγωνιστής πληγωμένος, ρημαγμένος, έχοντας πονέσει και φθαρεί, βλέπει πλέον τη ζωή του από απόσταση. Αναμετράται με τον πόνο και τις μνήμες του. Οι άμυνες του δίνουν τη θέση του παρατηρητή, στοχάζεται πάνω στη ζωή, βλέποντας το τέλος της να πλησιάζει. Και απαντάει στο πιο καίριο ερώτημα του βιβλίου: "Τι είναι προτιμότερο, μια ζωή τρικυμιώδης με πλούσια ανταλλάγματα αλλά και στιγμές συντριβής, ή μια ζωή επικούρειας αταραξίας όπου απουσιάζει μαζί με την ηδονή κι ο πόνος; Δεν έχει να κάνει (μόνο) με τον έρωτα ή την αγάπη, έχει να κάνει με όλα εκείνα τα μικρά ή μεγάλα που μπορούν να σε κάνουν να τρέμεις. " Όχι δε χρειάζεται να νιώσει όλα τα συναισθήματα στο έπακρο ο άνθρωπος για να είναι ευτυχισμένος. Καλύτερα μια μέτριας έντασης συναισθημάτων ζωή, παρά η άνευ άμυνας βουτιά στον πόνο και στην οδύνη. Οι αντοχές δεν είναι ανεξάντλητες. Ο άνθρωπος δεν είναι κατασκευασμένος για να αντέχει τον έρωτα, τον πόνο, την οδύνη σε μεγάλη διάρκεια. 


Ο Μπαρνς καταπιάνεται με βασικά θέματα: τον έρωτα, τη ματαίωση, τον ψυχικό κλονισμό, το θάνατο, τη μνήμη. Τι συγκρατεί η μνήμη, τι επιλέγει να διασώσει και αν τελικά ευτυχής είναι οποίος πλησιάζει στο τέλος της ζωής του και βλέπει στο παρελθόν όμορφες στιγμές ή οποίος βλέπει πόνο και άρα γι αυτόν ο θάνατος είναι η λύτρωση. Δεν υπάρχει μια και μοναδική αλήθεια για τον Μπαρνς, όλα είναι ταυτόχρονα λάθος και σωστά. Τι είναι ο έρωτας αναρωτιέται ο πρωταγωνιστής όλα τα χρόνια της ζωής του, καταγράφοντας τους ορισμούς σ ένα τετράδιο. «Ο έρωτας αν του αφεθείς ολοκληρωτικά είναι μια καταστροφή».

Ο πόνος απασχολεί το συγγραφέα. Η συναισθηματική κατάρρευση, ο κλονισμός μιας θρυμματισμένης ψυχής και η φθορά. Και του καταλυτικού ρόλου που παίζει στην ψυχοσύνθεση του ανθρώπου. Πως η ψυχή σπάει, ρημάζεται, λυγίζει και τι μηχανισμούς αμυντικούς θα βρει για να επουλώσει τα τραύματά της και να συμβιβαστεί με τη φαυλότητα της ανθρώπινης συνθήκης, τους περιορισμούς και τη ματαίωση των προσδοκιών.
Η αίσθηση που αφήνει το βιβλίο είναι γλυκόπικρη. Ο Μπαρνς έχει τρυφερότητα, κυνισμό και χιούμορ. Διδάσκει μέσα από την ιστορία του, χωρίς να το είναι αυτός ο σκοπός του. Η κάθε σελίδα έχει ένα απόσταγμα εμπειρίας και σοφίας. Γιατί αν ο καθένας από εμάς μοιραζόταν τη μοναδική ιστορία του, θα νιώθαμε λιγότερο μόνοι.




Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019

Πασκάλ Μπρυκνέρ- Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα

Είναι ένα άγριο βιβλίο, που σε ρουφάει ολοκληρωτικά, που νιώθεις να σφίγγεται το στομάχι σου, που περνάνε από πάνω σου όλα τα συναισθήματα διαβάζοντάς το. Σε βυθίζει τόσο πολύ που ή θα το αγαπήσεις και θα αναγνωρίσεις τους συμβολισμους και τις αλληγορίες του, είτε θα το πετάξεις και δε θα θες να το ξαναδεις μπροστά σου γιατί σε φέρνει σε επαφή με θέματα που αποφεύγεις να αγγίξεις.

Είναι ένα βιβλίο που μιλάει για τον έρωτα, το πάθος, τη θεική δύναμη που μας συνεπαίρνει, μας μεταμορφώνει, μας εξουσίαζει, μας εξυψώνει στα ουράνια, σε ένα παραδείσιο σκηνικό, εκεί όπου πάντα διψάει να επιστρέψει ο άνθρωπος, σε μια κατάσταση μέθης, λαγνείας, απόλυτης ένωσης σαρκικής και πνευματικής. Ο άλλος που εξυψώνεται σε ανώτερο ον, που σε σαγηνεύει και γίνεται αυτόματα όλος σου ο κόσμος, όλα γυρνάνε γύρω από το αντικείμενο του πόθου σου, εξαλείφεται ο εαυτός σου, η αξιοπρέπεια σου, σε κυριεύει ο θεός Έρωτας που ανακαλύφθηκε πριν καν υπάρξει ο άνθρωπος με σκοπό να φέρει στα όντα την έλξη ώστε να αναπαραχθούν.  Που κάνεις όνειρα ότι αυτή η φορά δε θα μοιάζει με τις προηγούμενες φορές, δε θα χαλάσει η χημεία, δε θα επέλθει η ανία  και για να γίνουν όλα αυτά εφευρίσκουν οι ερωτευμένοι τρόπους αντίστασης στη φθορα. Η ερωτική σχέση είναι μια σχέση εξουσίας- όπως άλλωστε και όλες οι κοινωνικές σχέσεις- στην οποία οι ρόλοι εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου, θύτη και θύματος εναλλάσσονται και η συνδιαλλαγή ανάμεσα στο ζευγάρι παίρνει διάφορες μορφές, από την πιο αγνή ως την πιο βασανιστική και καταστροφική. Και στη συνέχεια, μιλάει για την πτώση που υφίσταται ο άνθρωπος όταν το πάθος εκπνεύσει, όταν ο έρωτας τελειώσει, όταν αυτά που λάτρεψες χάνουν την ομορφιά τους στα δικά σου μάτια και όταν πλέον είσαι καταδικασμένος να ζεις σε μια ρουτίνα, σε μια επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα που ο άλλος δεν είναι όπως παλιά, δε σε φροντίζει, δε σε επιθυμεί, δε σε θέλει, σε διαλύει, σε καταστρέφει. Και εκεί βυθίζεσαι στην απόγνωση, στην απελπισία, τρως τις σάρκες σου, καταστρέφεις και καταστρέφεσαι, εκδικείσαι τον άλλο, του επιτίθεσαι, του προκαλείς πόνο, εκδικείσαι τον εαυτό σου.

Το βιβλίο έχει άγριες σκηνές σεξ, όχι για πορνογραφικούς και ηδονοβλεπτικούς λόγους, αλλά για να εξάρει την απελπισμένη και καταδικασμένη σε αποτυχία προσπάθεια του ανθρώπου να διατηρήσει άσβεστο το πάθος στη σχέση του. Ο Μπρυκνέρ φαίνεται να συμπονά τους ήρωές του. Τους εξυψώνει στα ουράνια και εκεί τους ειρωνεύεται γιατί ξέρει ότι ο έρωτας θα σβήσει. Τους καταβαραθρώνει επειδή προσπάθησαν να δώσουνε νόημα στη ζωή και διάρκεια σε ένα αίσθημα που είναι καταδικασμένο να πεθάνει- όπως άλλωστε και η ίδια η ζωή είναι δεδομένο ότι θα τελειώσει. Είναι ύβρις ανθρώπινη να ζητά κανείς τον έρωτα σε μεγάλη διάρκεια, γι αυτό και επέρχεται η νεμεσις. Οι ήρωες του Μπρυκνέρ τα θέλουν όλα από τη ζωή, τους λείπει η μετριοπάθεια, για εκείνους όλα είναι άσπρα ή μαύρα, δεν υπάρχει μέτρο, δεν υπάρχει ενδιάμεσο. Και γι αυτό, άσχετα με το αν ο αναγνώστης τους συμπαθήσει ή όχι, είναι ιδιαίτερα γοητευτικοί. Αλλά και εντέλει τραγικοί ήρωες παγιδευμένοι στη ματαιότητα της αγάπης και του έρωτα και απόλυτα μα απόλυτα μόνοι, μιας και η συντροφικότητα δεν είναι παρά μια χίμαιρα.

"Χωρίς τη σκοτεινή πλευρά δεν υπάρχει ερωτικό πάθος", υποστηρίζει ο Μπρυκνέρ.

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2019

Édouard Louis- Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ

Μια εξομολόγηση της δύσκολης εφηβείας του συγγραφέα, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, σε μια γαλλική επαρχία είναι το "Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ". Πως είναι να μεγαλώνεις ομοφυλόφιλος και "διαφορετικός" σε μια οικογένεια πρωτόγονων, σε μια κοινωνία σκληρών.

Ο Εντύ Μπελγκέλ είναι ο πρωτότοκος των γονιών του- η μητέρα του είχε ήδη δυο παιδιά από την πρώτο της γάμο, ενώ ακολούθησαν άλλα δυο παιδιά. Ο πατέρας του ένας σκληρός άνθρωπος, αδέξιος, άξεστος, ρατσιστής, που μεγάλωσε δίπλα σε έναν πατέρα που τον έδερνε και την ίδια βία υιοθέτησε στη συμπεριφορά του γιατί ως γνωστόν η βία γεννάει βία και τη διαιωνίζει από γενιά σε γενιά. Η μητέρα του μια γυναίκα βασανισμένη, βιοπαλαίστρια, που φαίνεται να μην αποφάσισε ποτέ για τη μοίρα της, ζει μια πικραμένη καθημερινότητα, που την κρατάει ψυχικά απομακρυσμένη από τα παιδιά της αλλά και από τον ίδιο της τον εαυτό. Ο αδερφός του επίσης βίαιος και μέθυσος, χτυπούσε τις κοπέλες του. Οι συμμαθητές του Εντύ τον έφτυναν και τον χτυπούσαν για τους γυναικωτούς του τρόπους. Ο Εντύ κατάφερε να γλιτώσει από όλο αυτό, λόγω των πνευματικών αναζητήσεών του, της αγάπης του για το θέατρο και της διαφορετικότητας της "φτιαξιάς" του.

Αυτό που περιγράφεται στο βιβλίο είναι ένα γνώριμο σκηνικό και θίγει πολλά θέματα. Το bullying που υφίσταται ο καθένας, όταν είναι διαφορετικός και πως αυτό όταν το βιώσεις στην εφηβεία σε στιγματίζει για μια ζωή και θέλει πολύ προσωπικό αγώνα για να το αποτινάξεις από πάνω σου. Το πως η βιοπάλη - όταν το να έχεις φαί για τα παιδιά σου δεν είναι δεδομένο, σε αποκτηνώνει, σε απελπίζει  και σε κάνει να ξεσπάς και να γίνεσαι βίαιος. Και πως αυτό θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα μας. Γιατί καμιά φορά τα θεωρούμε όλα δεδομένα και βλέπουμε τον κόσμο αφ υψηλού. Τα συναισθήματα ενός εφήβου. Με συγκλόνισε η απελπισμένη προσπάθειά του να "χωρέσει" στο  κουστούμι που έχει ράψει η κοινωνία για τους άντρες. (Μου θύμισε τον εαυτό μου και το πόσο είχα πονέσει στην εφηβεία, και το πόσο προσπαθούσα να γίνω κάτι άλλο επειδή με κορόιδευαν που "έκλαιγα πολύ"!)

"Σήμερα θα γίνω σκληρός. Και κλαίω καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, κλαίω γιατί βρίσκω αυτή τη φράση γελοία και αποκρουστική, αυτή τη φράση που με συνόδευε για πολλά χρόνια και υπήρξε κατά κάποιον τρόπο το  κέντρο της ύπαρξής μου".


Ο Εντύ είναι ένα πονεμένο παιδί. Μας εκθέτει τον ψυχισμό του, μιλώντας ανοιχτά για να ξορκίσει επιτέλους το παρελθόν. Έχει ανάγκη να το  κάνει, έχει ανάγκη να τον ακούσουμε και να τον καταλάβουμε. Έχει φύγει πια η ενοχή. Δεν ξέρω αν έχει φύγει ο θυμός και η πίκρα του για αυτά που έζησε. Δεν είμαι σίγουρη αν συγχώρεσε τους γονείς και τους γύρω του. Το σίγουρο είναι ότι δε θα επιτρέψει ξανά να τον πληγώσουν. 

Προς το τέλος το βιβλίο, για μένα, έκανε μια κοιλιά. Επίσης ο επίλογος δε μου άρεσε, μου φάνηκε προχειροδουλειά. Ίσως ήθελα να μου θυμίσει λίγο περισσότερο μυθοπλασία παρά καθαρή εξομολόγηση, όσο ωραία κι αν αφηγείται ο συγγραφέας.